Διαφήμιση
Άρθρο: Νόσος Crohn. PDF Εκτύπωση E-mail

Η νόσος του Crohn, είναι μία φλεγμονώδης νόσος του εντέρου αγνώστου αιτιολογίας (αυτοάνοσος), η οποία προκαλεί φλεγμονή του βλεννογόνου και των άλλων χιτώνων του τοιχώματος του εντέρου και μπορεί να οδηγήσει σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.

Αν και δεν υπάρχει σήμερα καμία θεραπεία για τη νόσο του Crohn, τα υπάρχοντα για την αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας φάρμακα, μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα συμπτώματά της και να επιφέρουν μακροπρόθεσμη ύφεση σε πολλούς ασθενείς .

Στα συμπτώματα της νόσου του Crohn μπορεί να περιλαμβάνονται:

Α. Διάρροια.

Β. Κοιλιακός πόνος και κράμπες.

Γ. Αίμα στα κόπρανα.

Δ. Μειωμένη όρεξη και απώλεια βάρους.

Ε. Πυρετός.

Ζ. Κόπωση.

Η. Αρθρίτιδα (Φλεγμονή στις αρθρώσεις).

Θ. Ιριδοκυκλίτιδα (Φλεγμονή στα μάτια).

Ι. Δερματίτιδες (Φλεγμονές του δέρματος.

Κ. Ηπατίτιδα και χολαγγειίτιδα (Φλεγμονή του ήπατος και των χοληφόρων).

Λ. Καθυστερημένη ανάπτυξη σε παιδιά.

Η ακριβής αιτία της νόσου του Crohn παραμένει άγνωστη. Στο παρελθόν, η διατροφή και το άγχος είχαν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση της νόσου, αλλά τώρα είναι γνωστό, ότι παρόλο που αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επιδεινώσουν την ήδη υπάρχουσα νόσο, δεν αποτελούν και αιτιολογικό παράγοντα. Οι τελευταίες έρευνες δείχνουν, ότι μια σειρά παραγόντων, όπως η κληρονομικότητα και η δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, μπορεί να διαδραματίσουν ένα ρόλο στην ανάπτυξή της.

Παρά το γεγονός ότι οι έρευνες είναι ενδεικτικές, δεν υπάρχει ακόμα η αδιάρρηκτη συσχέτιση με τη παθοφυσιολογία της νόσου του Crohn και η σχέση μεταξύ τους παραμένει ακόμα σε επίπεδο θεωρίας.

Α. Η θεωρία της αυτοάνοσης αιτιολογίας. Είναι πιθανό ότι ένας ιός ή βακτήριο μπορεί να προκαλέσει τη νόσο του Crohn, λόγω παθολογικής ανοσολογικής απάντησης κι εκτεταμένης ‘’επίθεσης’’ του ανοσοποιητικού συστήματος εναντίον των κυττάρων του εντέρου, τα οποία και καταστρέφουν, προκαλώντας εξελκώσεις και φλεγμονή.

Β. Η θεωρία της κληρονομικότητας. Έχει παρατηρηθεί ότι μεταλλάξεις σε ένα γονίδιο που ονομάζεται NOD2, τείνουν να συμβαίνουν συχνότερα σε ανθρώπους με νόσο του Crohn και οι ασθενείς με το μεταλλαγμένο γονίδιο έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να χρειαστούν χειρουργική επέμβαση για τη νόσο τους.

Στους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση της νόσου του Crohn περιλαμβάνονται:

Α. Ηλικία. Η νόσος του Crohn μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία στη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά είναι πιθανότερη η ηλικία μεταξύ 20 και 30 ετών.

Β. Εθνικότητα. Παρά το γεγονός ότι οι λευκοί έχουν τα υψηλότερα ποσοστά για την εμφάνιση της νόσου, η νόσος Crohn μπορεί να επηρεάσει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως εθνικότητος. Ο κίνδυνος είναι κυρίως αυξημένος για τους Εσκενάζυ Εβραϊκής καταγωγής ασθενείς.

Γ. Οικογενειακό ιστορικό. 1 στα 5 άτομα με νόσο του Crohn είναι μέλος οικογένειας με ιστορικό νόσου Crohn.

Δ. Το κάπνισμα τσιγάρων. Το κάπνισμα είναι ο σημαντικότερος ελεγχόμενος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη της νόσου του Crohn. Έχει επίσης ως αποτέλεσμα, πιο βαριά μορφή εκδήλωσης της νόσου και αποτελεί τη συχνότερη αιτία για χειρουργικές επεμβάσεις στους ασθενείς αυτούς, ώστε να αντιμετωπιστούν οι επιπλοκές από τη νόσο.

Ε. Τόπος διαμονής. Οι άνθρωποι που ζουν σε αστικές περιοχές ή σε βιομηχανικές χώρες, έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν τη νόσο σε σχέση με τους κατοίκους αγροτικών περιοχών ή λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών. Ο λόγος για τον οποίον αυτό συμβαίνει, δεν είναι γνωστός, αλλά μπορεί να σημαίνει ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης μιας δίαιτας πλούσιας σε λίπος ή ‘’εξευγενισμένα’’ τρόφιμα, παίζουν ρόλο στην εκδήλωση της νόσου του Crohn. Οι άνθρωποι που ζουν στα βόρεια κλίματα επίσης, φαίνεται να έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εκδηλώσουν τη νόσο.

Ζ. Η χρήση Ισοτρετινοΐνης (Accuran). Η Ισοτρετινοΐνη (Accuran) είναι ένα ισχυρό φάρμακο που χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία της ακμής, όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται σε άλλες θεραπείες. Παρά το γεγονός ότι αιτία και αποτέλεσμα δεν έχουν αποδειχθεί, οι μελέτες δείχνουν αυξημένη συχνότητα ανάπτυξης της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου με τη χρήση της Ισοτρετινοΐνης.

Η. Αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ). Παρόλο που αυτά τα φάρμακα ( ιβουπροφαίνη, ναπροξένη , δικλοφενάκη, πιροξικάμη, και άλλα), δεν έχει αποδειχθεί ότι μπορούν να ευθύνονται για την εμφάνιση της νόσου του Crohn, μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα ή να οδηγήσουν σε επιδείνωση της νόσου.

Η νόσος του Crohn μπορεί να οδηγήσει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιπλοκές:

Α. Απόφραξη λεπτού εντέρου. Η φλεγμονή στη νόσο του Crohn επηρεάζει ολόκληρο το πάχος του εντερικού τοιχώματος. Με την πάροδο του χρόνου και την εγκατάσταση επουλωτικού ιστού στις περιοχές χρόνιας φλεγμονής, μπορεί να δημιουργηθούν στενώσεις και ειλεός και ο ασθενής να χρειαστεί χειρουργική αφαίρεση τμήματος του εντέρου του.

Β. Έλκη. Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει σε ανοιχτές πληγές (έλκη) οπουδήποτε στον πεπτικό σωλήνα, συμπεριλαμβανομένων του στόματος και του πρωκτού, καθώς και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων (περίνεο).

Γ. Συρίγγια. Μερικές φορές, τα έλκη μπορεί να επεκταθούν μέσω του εντερικού τοιχώματος, δημιουργώντας ένα συρίγγιο - μια ανώμαλη ‘’σύνδεση’’ μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του εντέρου, μεταξύ του εντέρου και του δέρματος, ή μεταξύ εντέρου και άλλου οργάνου, όπως της ουροδόχου κύστης ή του κόλπου. Κατά την εσωτερική ανάπτυξη συριγγίων, οι τροφές μπορεί να παρακάμψουν τις περιοχές του εντέρου που είναι απαραίτητες για την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών. Ένα εντεροδερματικό συρίγγιο μπορεί να προκαλέσει συνεχή έξοδο του περιεχομένου του εντέρου στο δέρμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα συρίγγια μπορούν να μολυνθούν και να οδηγήσουν στη δημιουργία αποστήματος, μιας κατάστασης απειλητικής για τη ζωή του ασθενούς, η οποία χρήζει άμεσης φαρμακευτικής και χειρουργικής αντιμετώπισης

Δ. Ο υποσιτισμός. Η χρόνια διάρροια, τα έντονα κι επίμονα κοιλιακά άλγη και οι κράμπες, μπορεί να καταστήσουν δύσκολο ή και αδύνατον για κάποιον ασθενή να σιτιστεί σωστά ή το έντερο του να απορροφήσει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται. Η αναιμία, ένα από τα αποτελέσματα του υποσιτισμού, είναι συχνή σε άτομα με νόσο του Crohn.

E. Άλλα προβλήματα υγείας. Εκτός από τη φλεγμονή και τα έλκη του πεπτικού σωλήνα, η νόσος του Crohn μπορεί να προκαλέσει προβλήματα και σε άλλα μέρη του σώματος, όπως τις αρθρώσεις (αρθρίτιδα), τα μάτια (ιριδοκυκλίτιδα - φλεγμονή των ματιών), το δέρμα (δερματίτιδα), πέτρες στους νεφρούς, πέτρες στη χολή και περιστασιακά, φλεγμονή του χοληφόρων (χολαγγειίτιδα). Οι ασθενείς με μακροχρόνια νόσο, μπορεί να αναπτύξουν οστεοπόρωση, μια κατάσταση που προκαλεί εύθραυστα οστά και πολλές φορές επίπονα παθολογικά κατάγματα.

Z. Ο καρκίνος παχέος εντέρου. Ασθενείς με νόσο του Crohn πάνω από 10 χρόνια, έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δυσπλασίας και τελικά καρκίνου του παχέος εντέρου. Παρά το γεγονός αυτό, πάνω από το 90% των ατόμων με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου δεν αναπτύσσουν καρκίνο.

Η. Φαρμακευτική αγωγή και κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου.Η φαρμακευτική αγωγή για τη νόσο του Crohn και για τις φλεγμονώδης παθήσεις του εντέρου γενικότερα, περιλαμβάνει ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, τα οποία όταν χορηγούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα συνδέονται με κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου. Αυτά περιλαμβάνουν την αζαθειοπρίνη, μερκαπτοπουρίνη, μεθοτρεξάτη, infliximab και άλλα.

Διάγνωση της νόσου του Crohn.

Α. Εξετάσεις αίματος. Το ειδικό αντίσωμα ASCA (Anti-Saccharomyces Cerevisiae Antibody) και το p-ANCA (protoplasmic Anti -Neutrophilic Cytoplasmic Antibody) αποτελούν δύο αντισώματα τα οποία μπορούν να βρεθούν θετικά σε ασθενείς με νόσο του Crohn και ελκώδη κολίτιδα αντίστοιχα, χωρίς όμως να είναι ένα θετικό αποτέλεσμα αποδεικτικό παρουσίας της νόσου ή ένα αρνητικό αποτέλεσμα να την αποκλείει.

Β. Η κολονοσκόπηση. Η εξέταση αυτή επιτρέπει τη λήψη δείγματος ιστού (βιοψία) από το παχύ και το λεπτό έντερο, για ιστολογική ανάλυση, η οποία μπορεί να βοηθήσει στην επιβεβαίωση ή διάγνωση της νόσου του Crohn, αν μέσα στα δείγματα βρεθούν συμπλέγματα φλεγμονωδών κυττάρων, που ονομάζονται κοκκιώματα. Στην πλειοψηφία των ατόμων με νόσο του Crohn, πάντως, δεν ανευρίσκονται κοκκιώματα στις βιοψίες και η διάγνωση τίθεται κυρίως από την ανατομική θέση της νόσου, δηλαδή εάν νοσεί ο τελικός ειλεός ή άλλο τμήμα του λεπτού εντέρου.

Γ. Απεικόνιση του λεπτού εντέρου. Η απεικόνιση του λεπτού εντέρου με τη μέθοδο της διάβασης ή της ενδοσκοπικής κάψουλας, κρίνεται αναγκαία όταν υπάρχει ερωτηματικό όσον αφορά τη διαφορική διάγνωση και όταν τίθεται ζήτημα πιθανών επιπλοκών, όπως στενώσεις και συρίγγια. Η ενδοσκοπική κάψουλα, πάντα έπεται της διάβασης, καθώς εάν υπάρχουν στενώσεις στον αυλό του λεπτού εντέρου, η κάψουλα μπορεί να εγκλωβιστεί και ο ασθενής να καταλήξει στο χειρουργείο. Τώρα υπάρχει και η διαλυόμενη κάψουλα, η οποία χρησιμοποιείται πριν την ενδοσκοπική κάψουλα και μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση εάν ο αυλός του λεπτού εντέρου είναι διαβατός, ώστε ν’ ακολουθήσει το τεστ της ενδοσκοπικής κάψουλας.

Ο στόχος της θεραπευτικής αγωγής, είναι η μείωση της φλεγμονής στο έντερο αλλά και σε άλλα συστήματα και όργανα που πιθανόν έχουν πληγεί από τη συστηματική αυτή νόσο, και το ζητούμενο είναι να επέλθει ύφεση και συμπτωματική βελτίωση του ασθενούς, καθώς για ίαση προς το παρόν δεν είμαστε σε θέση να μιλήσουμε.

Τα φάρμακα τα οποία έχουμε στη διάθεση μας σήμερα και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για τον σκοπό αυτό είναι τα εξής:

Α. Αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Τα αντιφλεγμονώδη, είναι συχνά το πρώτο βήμα στη θεραπεία της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου.

Αυτά περιλαμβάνουν:

1.Σουλφασαλαζίνη. Αποτελεί το παλαιότερο από τα τοπικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα για τη θεραπεία της νόσου της Crohn και της ελκώδους κολίτιδας. Έχει μια σειρά από ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας, εμέτων, αίσθημα καύσους και κεφαλαλγίας.

2. Μεσαλαμίνη. Είναι ανάλογο της Σουλφασαλαζίνης αλλά έχει λιγότερες παρενέργειες και καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα.

3.Κορτικοστεροειδή. Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να συμβάλλουν στη μείωση της φλεγμονής οπουδήποτε στον οργανισμό, καθώς έχουν συστηματική δράση αλλά και πολλές παρενέργειες, όπως η τριχοφυΐα, νυχτερινές εφιδρώσεις, αρτηριακή υπέρταση, διαβήτης τύπου 2, οστεοπόρωση, κατάγματα, καταρράκτης και ‘’ευπάθεια’’ σε λοιμώξεις. Μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών σε παιδιά μπορεί να οδηγήσει σε καχεκτική ανάπτυξη. Ένα νεότερο είδος κορτικοστεροειδών, η βουδεσονίδη, λειτουργεί γρηγορότερα από τα παραδοσιακά στεροειδή και φαίνεται να έχει λιγότερες παρενέργειες. Τα κορτικοστεροειδή δεν είναι για μακροχρόνια χρήση. Όμως, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βραχυπρόθεσμες θεραπείες (τρεις έως τέσσερις μήνες) και για την εισαγωγή του ασθενούς σε ύφεση.

Β. Καταστολείς του ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτά τα φάρμακα μειώνουν επίσης τη φλεγμονή, αλλά ο κύριος στόχος τους είναι η καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματός και όχι η απευθείας αντιμετώπιση της φλεγμονής. Καταστέλλοντας την ανοσολογική απάντηση, η φλεγμονή εμμέσως μειώνεται και αυτή, εφόσον προκαλείται όπως αναφέραμε προηγουμένως, από την ‘’επίθεση’’ του ανοσοποιητικού συστήματος στο έντερο, το οποίο για κάποιο λόγο το αναγνωρίζει σαν ξένο σώμα.

Στα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα περιλαμβάνονται:

1. Αζαθειοπρίνη και μερκαπτοπουρίνη. Αυτά είναι τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα ανοσοκατασταλτικά για τη θεραπεία της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου. Τα φάρμακα αυτά, μπορεί να χρειαστούν δύο έως τέσσερις μήνες για να αρχίσουν να έχουν αποτέλεσμα, αλλά μπορούν να συμβάλλουν δραστικά στη μείωση των συμπτωμάτων της νόσου του Crohn και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση επιπλοκών της, όπως τα συρίγγια.

2. Ιnfliximab (Remicade). Αυτό το φάρμακο προορίζεται για ενήλικες και παιδιά με μέτρια έως σοβαρή νόσο του Crohn, που δεν ανταποκρίνονται ή δεν μπορούν να δεχθούν άλλες θεραπείες. Λειτουργεί μέσω της εξουδετέρωσης μιας πρωτεΐνης που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα, γνωστή ως παράγοντας νέκρωσης όγκων (TNF). Το Infliximab βρίσκει την πρωτεΐνη TNF στην κυκλοφορία του αίματος και την εξουδετερώνει προτού αυτή να προκαλέσει φλεγμονή στο εντερικό επιθήλιο του ασθενούς. Χορηγείται ενδοφλεβίως και είναι απαραίτητη η παραμονή του ασθενούς στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια έγχυσης του φαρμάκου, ώστε να αντιμετωπιστούν τυχόν συστηματικές παρενέργειες, όπως υπόταση και αλλεργική αντίδραση. Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με σκλήρυνση κατά πλάκας, φυματίωση, ενεργό λοίμωξη, καθώς και τα άτομα με καρκίνο ή ιστορικό καρκίνου, δεν μπορούν να λάβουν infliximab ή άλλα φάρμακα αυτής της κατηγορίας (adalimumab και certolizumab pegol).

3. Αdalimumab (Humira). Ανάλογο του infliximab, αλλά «καθαρότερο», καθώς είναι παρασκευασμένο με τη μέθοδο της γενετικής μηχανικής και είναι πιο φιλικό για τον ανθρώπινο οργανισμό. Προβλέπεται για τους ασθενείς που δεν έχουν δει βελτίωση από το infliximab ή άλλες θεραπείες. Χορηγείται υποδορίως από τον ίδιο τον ασθενή και έχει λιγότερες παρενέργειες από το infliximab.

4. Certolizumab pegol (Cimzia). Εγκρίθηκε πρόσφατα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) της Αμερικής για τη θεραπεία της νόσου του Crohn, και δρα και αυτό μέσω της αναστολής του TNF.Το Certolizumab pegol, συνταγογραφείται για άτομα με μέτρια έως σοβαρή νόσο του Crohn, τα οποία δεν είχαν ανταπόκριση σε άλλες θεραπείες. Λαμβάνεται αρχικά ως μία ένεση κάθε δύο εβδομάδες. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και καθώς είναι φάρμακο βραδείας αποδέσμευσης (pegol), μπορεί στην πορεία να χορηγείται μόνο μια ένεση το μήνα.

5. Μεθοτρεξάτη. Αυτό το φάρμακο, το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του καρκίνου, της ψωρίασης και της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ορισμένες φορές και για ασθενείς με τη νόσο του Crohn, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται καλά σε άλλα φάρμακα. Ξεκινά να έχει αποτελέσματα σε περίπου οκτώ εβδομάδες από την ημερομηνία της πρώτης χορήγησης και έχει και αυτό αρκετές παρενέργειες, στις οποίες περιλαμβάνονται ναυτία, κόπωση και διάρροια, χρόνια τοξική ηπατίτιδα και μερικές φορές καρκίνος.

6. Cyclosporine. Χρησιμοποιείται στην επούλωση συριγγίων, που σχετίζονται με τη νόσο Crohn και η χρήση του περιορίζεται σε άτομα που δεν ανταποκρίνονται καλά σε άλλα φάρμακα. Αν και αποτελεσματική, η κυκλοσπορίνη έχει τη δυνατότητα για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως νεφρική και ηπατική βλάβη, υψηλή πίεση αίματος, θανατηφόρες λοιμώξεις και αυξημένος κίνδυνος λεμφώματος.

7. Νatalizumab (Tysabri). Αυτό το φάρμακο, λειτουργεί μέσω της παρεμπόδισης ορισμένων μορίων των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος- ιντεγκρινών –να συνδεθούν με τα εντερικά κύτταρα, πράγμα που ελαττώνει τη φλεγμονώδη αντίδραση του εντέρου. Το Natalizumab, έχει εγκριθεί, για τα άτομα με μέτρια έως σοβαρή νόσο του Crohn, με στοιχεία ενεργού φλεγμονής και το οποία δεν ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία της νόσου με τα συμβατικά φάρμακα για τη νόσο του Crohn. Επειδή το φάρμακο συνδέεται με μια σπάνια, αλλά σοβαρή, παρενέργεια, αυτή της πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας - μιας ‘’λοίμωξης’’ του εγκεφάλου που συνήθως οδηγεί σε θάνατο ή σοβαρή αναπηρία – οι ασθενείς θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι σε ένα ειδικό πρόγραμμα περιορισμένης διανομής για να το χρησιμοποιήσουν.

8. Αντιβιοτικά. Τα αντιβιοτικά μπορεί να συμβάλλουν στη θεραπεία συριγγίων και αποστημάτων σε ασθενείς με νόσο του Crohn. Οι ερευνητές πιστεύουν επίσης ότι τα αντιβιοτικά συμβάλουν στη μείωση των επιβλαβών εντερικών βακτηρίων και καταστέλλουν έτσι το ανοσοποιητικό σύστημα του εντέρου, το οποίο μπορεί να βοηθήσει στην ύφεση των συμπτωμάτων των ασθενών με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Τα αντιβιοτικά που συχνότερα χρησιμοποιούνται είναι:

8α. Μετρονιδαζόλη (Flagyl). Πιθανές παρενέργειες από την παρατεταμένη χρήση Μετρονιδαζόλης, είναι οι περιφερειακές νευροπάθειες όπως το μούδιασμα και τσούξιμο στα χέρια και τα πόδια και περιστασιακά, μυϊκός πόνος ή αδυναμία, ναυτία, μεταλλική γεύση στο στόμα, πονοκέφαλος και ανορεξία.

8β. Ciprofloxacin (Cipro). Η Σιπροφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει ναυτία, έμετο, κεφαλαλγία και σπάνια, τενοντίτιδες ή ακόμη και ρήξη τενόντων, κυρίως στις μικρότερες ηλικίες.

Γ. Διατροφή με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Ειδική εντερική και παρεντερική διατροφή χρησιμοποιείται συνήθως, όταν τα φάρμακα αποτυγχάνουν στον έλεγχο των συμπτωμάτων των ασθενών με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Η παρεντερική χορήγηση της βιταμίνης B-12, και η από του στόματος χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο και σύνδρομο δυσαπορρόφησης από το λεπτό έντερο.

Δ. Χειρουργική αντιμετώπιση. Εάν η διατροφή, οι αλλαγές του τρόπου ζωής, και η φαρμακευτική αγωγή, δεν μπορέσουν να θέσουν σε ύφεση την νόσο του Crohn, ο ασθενής μπορεί να χρειασθεί χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ενός κατεστραμμένου τμήματος του λεπτού εντέρου ή για την αντιμετώπιση συριγγίων που επιμένουν παρά τη φαρμακευτική αγωγή.

Ε. Δίαιτα. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι συγκεκριμένες τροφές μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Όμως, ορισμένα τρόφιμα και ποτά, μπορούν να επιδεινώσουν τα συμπτώματα των ασθενών με νόσο του Crohn, ειδικά κατά τη διάρκεια μίας έξαρσης της νόσου. Αν υπάρχουν τροφές που χειροτερεύουν την κατάσταση ενός ασθενούς, αυτές θα πρέπει να αποφεύγονται.

Τροφές που γενικά έχει παρατηρηθεί ότι μπορούν να προκαλέσουν μια επιδείνωση των συμπτωμάτων ενός ασθενούς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, είναι:

Ε1. Γαλακτοκομικά προϊόντα. Αυτά μπορούν να προκαλέσουν διάρροια, κοιλιακά άλγη και μετεωρισμό, λόγω αδυναμίας μεταβολισμού της λακτόζης που υπάρχει μέσα σε γαλακτοκομικά προϊόντα.

Ε2. Λιπαρά τρόφιμα. Ασθενείς με νόσο του Crohn του λεπτού εντέρου, μπορεί να μην είναι σε θέση να αφομοιώσουν ή να απορροφήσουν το λίπος κανονικά και αυτό περνώντας από το λεπτό στο παχύ έντερο, προκαλεί διάρροια και επιδείνωση των συμπτωμάτων του ασθενούς.

Ε3. Φυτικές ίνες. Για τους περισσότερους ανθρώπους, τα πλούσια σε φυτικές ίνες τρόφιμα, όπως τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά και τα δημητριακά ολικής αλέσεως, αποτελούν τη βάση μιας υγιεινής διατροφής. Αλλά σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, οι ίνες μπορεί να προκαλέσουν διάρροια, πόνο στο έντερο και μετεωρισμό. Εάν τα ακατέργαστα φρούτα και τα λαχανικά προκαλούν σε έναν ασθενή τέτοιου είδους συμπτώματα, τότε, στον ατμό ή μαγειρεμένα σε κατσαρόλα (κομπόστες) μπορεί να έχουν καλύτερα αποτελέσματα.. Αποφυγή στο μπρόκολο και το κουνουπίδι, στους ξηρούς καρπούς και άλλους σπόρους, στο καλαμπόκι και το ποπ κόρν, είναι επίσης μία καλή διαιτητική στρατηγική για τους ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

Ζ. Αντιμετώπιση του άγχους. Η ψυχική ισορροπία μπορεί να αποδειχτεί μεγάλης σημασίας σύμμαχος στην προσπάθεια επίτευξης μιας παρατεταμένης ύφεσης της νόσου του Crohn.

Στην αντιμετώπιση του στρες μπορούν να επιστρατευτούν πολλές μέθοδοι και τεχνικές αλλά και φάρμακα διαφόρων κατηγοριών.

Ζ1. Άσκηση. Ακόμα και ήπια άσκηση μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του στρες και μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση των συμπτωμάτων ενός ασθενούς με νόσο του Crohn.

Ζ2. Βιοανάδραση. Η τεχνική αυτή για τον έλεγχο του στρες, μπορεί να βοηθήσει έναν ασθενή να μειώσει την ένταση των μυών και να του επιβάλλει αργό ρυθμό της καρδιάς του με τη βοήθεια μιας μηχανής ανάδρασης. Στη συνέχεια ο ασθενής μπορεί να διδαχτεί, πώς να αναπαράγει τις αλλαγές αυτές, χωρίς ανάδραση από το συγκεκριμένο μηχάνημα.

Ζ3. Τακτικές χαλάρωσης και ασκήσεις αναπνοής με τη βοήθεια γιόγκα και διαλογισμού.

Ζ4. Αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Τέλος τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα και κυρίως αυτά της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) βοηθούν στην αντιμετώπιση του άγχους και της κατάθλιψης, που μπορεί να βασανίζουν και να επιδεινώνουν την κατάσταση ενός ασθενούς με οποιαδήποτε χρόνια νόσο.